Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιντεοκασέτα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιντεοκασέτα οι βιντεοκασέτες
      γενική της βιντεοκασέτας των βιντεοκασετών
    αιτιατική τη βιντεοκασέτα τις βιντεοκασέτες
     κλητική βιντεοκασέτα βιντεοκασέτες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τρεις βιντεοκασέτες (VHS, Betamax και Video 2000).

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιντεοκασέτα < (λόγιο δάνειο) αγγλική videocassette (βίντεο + κασέτα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιντεοκασέτα θηλυκό

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

παρωχημένες γραφές:

  • βιντεοκασσέτα
  • βιντεοκασσέττα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]