βιογραφία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιογραφία θηλυκό
- γραπτή αφήγηση της ζωής ενός ανθρώπου
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βιογραφία
|