βιοδιαθεσιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιοδιαθεσιμότητα οι βιοδιαθεσιμότητες
      γενική της βιοδιαθεσιμότητας των βιοδιαθεσιμοτήτων
    αιτιατική τη βιοδιαθεσιμότητα τις βιοδιαθεσιμότητες
     κλητική βιοδιαθεσιμότητα βιοδιαθεσιμότητες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοδιαθεσιμότητα < βιο- + διαθεσιμότητα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοδιαθεσιμότητα θηλυκό

  1. (φαρμακευτική): το κλάσμα της δραστικής ουσίας φαρμάκου που χορηγούμενο φθάνει στο στόχο, εκτός της ενδοφλέβιας έκχυσης, συμβολίζεται με το γράμμα f ή F.
  2. (βιολογία), {διατροφή): στις επιστήμες διατροφής το ποσοστό απορρόφησης μιας λαμβανόμενης ουσίας από ένα οργανισμό, που ποικίλει από άτομο σε άτομο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]