βιολίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιολίστρια βιολίστριες
γενική βιολίστριας βιολιστριών
αιτιατική βιολίστρια βιολίστριες
κλητική βιολίστρια βιολίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιολίστρια < βιολιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιολίστρια θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: βιολιστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]