βιομάζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιομάζα βιομάζες
γενική βιομάζας βιομαζών
αιτιατική βιομάζα βιομάζες
κλητική βιομάζα βιομάζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιομάζα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιομάζα θηλυκό

  1. Με τον όρο βιομάζα αποκαλείται οποιοδήποτε υλικό που παράγεται από ζωντανούς οργανισμούς (όπως είναι το ξύλο και άλλα προϊόντα του δάσους, υπολείμματα καλλιεργειών, κτηνοτροφικά απόβλητα, απόβλητα βιομηχανιών τροφίμων κ.λπ.) και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο για παραγωγή ενέργειας. Το καύσιμο βιομάζας είναι γνωστό στην Ελλάδα κι ως πέλετ.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]