βιομήχανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιομήχανος βιομήχανοι
γενική βιομηχάνου βιομηχάνων
αιτιατική βιομήχανο βιομηχάνους
κλητική βιομήχανε βιομήχανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιομήχανος < βιομηχανία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιομήχανος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ιδιοκτήτης βιομηχανίας


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιομήχανος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιομήχανος

  1. που είναι ικανός να βρει ή να φτιάξει ότι χρειάζεται για να ζήσει
    Καὶ ὁ γνάφαλος καλούμενος τήν τε φωνὴν ἔχει ἀγαθὴν καὶ τὸ χρῶμα καλός, καὶ βιομήχανος, καὶ τὸ εἶδος εὐπρεπής. Δοκεῖ δ' εἶναι ξενικὸς ὄρνις· (Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 616b)