βιομήχανος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιομήχανος βιομήχανοι
γενική βιομηχάνου βιομηχάνων
αιτιατική βιομήχανο βιομηχάνους
κλητική βιομήχανε βιομήχανοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιομήχανος < αρχαία ελληνική βιομήχανος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική industriel)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιομήχανος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ βιομήχανος τὸ βιομήχανον οἱ, αἱ βιομήχανοι τὰ βιομήχανα
Γενική τοῦ, τῆς βιομηχάνου τοῦ βιομηχάνου τῶν βιομηχάνων τῶν βιομηχάνων
Δοτική τῷ, τῇ βιομηχάνῳ τῷ βιομηχάνῳ τοῖς, ταῖς βιομηχάνοις τοῖς βιομηχάνοις
Αιτιατική τὸν, τὴν βιομήχανον τὸ βιομήχανον τοὺς, τὰς βιομηχάνους τὰ βιομήχανα
Κλητική βιομήχανε βιομήχανον βιομήχανοι βιομήχανα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βιομηχάνω
Γενική-Δοτική βιομηχάνοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιομήχανος < βίος + -ο- + μηχανή + -ος (< μῆχος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιομήχανος

  • που είναι ικανός να βρει ή να φτιάξει ό,τι χρειάζεται, για να ζήσει
    Καὶ ὁ γνάφαλος καλούμενος τήν τε φωνὴν ἔχει ἀγαθὴν καὶ τὸ χρῶμα καλός, καὶ βιομήχανος, καὶ τὸ εἶδος εὐπρεπής. Δοκεῖ δ' εἶναι ξενικὸς ὄρνις· (Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 616b)