βιομηχανικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιομηχανικός < βιομήχανος + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[]

βιομηχανικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη βιομηχανία ή/και τους βιομήχανους
    η βιομηχανική παραγωγή
  2. που έχει ως βασικό του στοιχείο την ύπαρξη βιομηχανιών
    οι βιομηχανικές κοινωνίες


32πχ Μεταφράσεις[]