βιοπαλαίστρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βιοπαλαίστρια (ήδη από το 1895)[1] < βιοπαλαισ(τής) + -τρια
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vi.o.paˈle.stɾi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βι‐ο‐πα‐λαί‐στρι‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιοπαλαίστρια θηλυκό
- θηλυκό του βιοπαλαιστής
- ≈ συνώνυμα: μεροκαματιάρα (οικείο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη βιοπαλαιστής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]- Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε βιοπαλαιστής.
βιοπαλαίστρια
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βιοπαλαίστρια, σελ.214, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
[επεξεργασία]- βιοπαλαίστρια — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)