βιοπαλαίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιοπαλαίστρια βιοπαλαίστριες
γενική βιοπαλαίστριας βιοπαλαιστριών
αιτιατική βιοπαλαίστρια βιοπαλαίστριες
κλητική βιοπαλαίστρια βιοπαλαίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοπαλαίστρια < βιοπαλαιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοπαλαίστρια θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: βιοπαλαιστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]