βιοποιοτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βιοποιοτικός βιοποιοτική βιοποιοτικό
γενική βιοποιοτικού βιοποιοτικής βιοποιοτικού
αιτιατική βιοποιοτικό βιοποιοτική βιοποιοτικό
κλητική βιοποιοτικέ βιοποιοτική βιοποιοτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βιοποιοτικοί βιοποιοτικές βιοποιοτικά
γενική βιοποιοτικών βιοποιοτικών βιοποιοτικών
αιτιατική βιοποιοτικούς βιοποιοτικές βιοποιοτικά
κλητική βιοποιοτικοί βιοποιοτικές βιοποιοτικά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

βιοποιοτικός, -ική, -ικό < βιο- + ποιοτικός, ,

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιοποιοτικός (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. που αφορά βιολογική δομή ή βιοχημική σύσταση και διαφοροποίηση από αντίστοιχο ον ή περιβάλλον ή βιοχημεία
  2. αποδεκτός από οπαδό της φυλετικής καθαρότητας και γενετικά ανώτερος κατ' αυτόν