βιοϊσοδυναμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιοϊσοδυναμία οι βιοϊσοδυναμίες
      γενική της βιοϊσοδυναμίας των βιοϊσοδυναμιών
    αιτιατική τη βιοϊσοδυναμία τις βιοϊσοδυναμίες
     κλητική βιοϊσοδυναμία βιοϊσοδυναμίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοϊσοδυναμία < βιο- + ισοδυναμία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοϊσοδυναμία θηλυκό

  1. (φαρμακευτική): συγκριτική ιδιότητα των φαρμάκων που παρουσιάζουν ίδια βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε έκταση όσο και σε ρυθμό.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]