βιτσιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βιτσιά | οι | βιτσιές |
| γενική | της | βιτσιάς | των | βιτσιών |
| αιτιατική | τη | βιτσιά | τις | βιτσιές |
| κλητική | βιτσιά | βιτσιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βιτσιά θηλυκό
- χτύπημα με μια βίτσα
- ※ Δίνει βιτσιά του μαύρου της κ' εκείνος χλιμιντρίζει, | Του ξαναδίνει κι' άλλη μια που τον αέρα σχίζει, | Μαύρος μπουχός ̓σηκώθηκε , σὰν σίγνεφο διαβαίνει, | Καὶ μίλια σαν τον ̓πέρασε, στέκει καὶ τὸν προσμένει (Μαριέττα Μπέτσου, Η Μάγισσα, στο Αττικόν Ημερολόγιον του έτους 1881, Ἀθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Κορίννης, 1880, σελ. 445)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βιτσιά
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)