Μετάβαση στο περιεχόμενο

βιόλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Βιόλος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βιόλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική violo
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: κρητικά: βιόλος (ιδιωματικό)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βιόλος αρσενικό

  • (λουλούδι) ο μενεξές
      16ος/17ος αιώνας, Η Βοσκοπούλα, ανωνύμου, Κρητικό ειδύλλιο, στίχ. 162 (161-164)
    • Ἀπὄξω μὲ μυρτιαῖς, μὲ ῥοσμαρίνους,
      Μὲ γουδούρους, μὲ βιόλαις, καὶ μὲ κρίνους,
      Τὸ εἶχε τὸ κοράσο στολισμένο,
      Καὶ μύριζε τὸ σπήλῃο τὸ καϋμένο.
      Émile Legrand (επιμ.), Η εύμορφη βοσκοπούλα, ποίημα Νικολάου Δριμυτικού εξ Αποκορωνών της Κρήτης/La belle bergère par N. Drimytikos [Collection de monuments pour servir à l’étude de la langue néo-hellénique, 1], Imprimerie Nationale, Παρίσι 1870 (β΄ έκδοση). @anemi.lib.uoc.gr
    • Ἀπόξω μὲ μυρτιές, μὲ ῥοσμαρίνους,
      μὲ γούδουρους, μὲ βόλους, καὶ μὲ κρίνους,
      τὸ εἶχε τὸ κοράσιο στολισμένο,
      καὶ μύριζε τὸ σπήλαιο τὸ καημένο.
      Émile Legrand (επιμ.), La belle bergère. Poème en dialecte crétois par Nicolas Drymitinos. Publié d’ après le seul exemplaire connu de l’ edition princeps [Collection de monuments pour servir a l’ étude de la langue néo-hellénique no. 1], J. Maisonneuve, Παρίσι 1900. @anemi.lib.uoc.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]