βιότοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιότοπος βιότοποι
γενική βιότοπου βιότοπων
αιτιατική βιότοπο βιότοπους
κλητική βιότοπε βιότοποι

και βιοτόπου, βιοτόπων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιότοπος < βιο- + -τοπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ˈɔ.tɔ.pɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιότοπος αρσενικό

  • (βιολογία) περιοχή που προσφέρει σε μια βιοκοινότητα σχετικά ομοιόμορφες συνθήκες ζωής

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]