βιώσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βιώσιμος βιώσιμη βιώσιμο
γενική βιώσιμου βιώσιμης βιώσιμου
αιτιατική βιώσιμο βιώσιμη βιώσιμο
κλητική βιώσιμε βιώσιμη βιώσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βιώσιμοι βιώσιμες βιώσιμα
γενική βιώσιμων βιώσιμων βιώσιμων
αιτιατική βιώσιμους βιώσιμες βιώσιμα
κλητική βιώσιμοι βιώσιμες βιώσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιώσιμος < αρχαία ελληνική βιώσιμος < βιόω / βιῶ < βίος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βιώσιμος, -η, -ο

  • (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) που μπορεί να επιζήσει, να διατηρηθεί στη ζωή, να έχει διάρκεια
    βιώσιμη επιχείρηση, βιώσιμη σχέση, βιώσιμη κυβέρνηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]