βλάμης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βλάμης | οι | βλάμηδες |
| γενική | του | βλάμη | των | βλάμηδων |
| αιτιατική | τον | βλάμη | τους | βλάμηδες |
| κλητική | βλάμη | βλάμηδες | ||
| Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλάμης < (άμεσο δάνειο) αλβανική vëllam
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλάμης αρσενικό (θηλυκό: βλάμισσα)
- (γενικότερα) σύντροφος, φίλος
- αδελφοποιτός
- ※ Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, 1990 )
- (ειδικότερα, ιστορία) προσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου (πρώτου) βαθμού της Φιλικής Εταιρείας
- ≈ συνώνυμα: αδελφοποιτός
- → επόμενος βαθμός: συστημένος
- εραστής, αγαπητικός
- ※ Είναι αυτός ο 'μορφονειός / Ο βλάμης της Μανιώς (Νέα ελληνική ανθολογία, εκδ. Ατλαντίδος, 2009, σελ. 98)
- κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς
- κουμπάρος
- ※ Βλάμης εἶναι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἔχουν δημιουργήσει ἕναν συγγενικὸν δεσμὸν δι΄ ὅρκου ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δὲ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας (Άννα Ι. Παπαμιχαήλ Κουτρουμπά, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Ακαδημία Αθηνών, 1990, σελ. 38)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)