βλέφαρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βλέφαρο | τα | βλέφαρα |
| γενική | του | βλεφάρου & βλέφαρου |
των | βλεφάρων |
| αιτιατική | το | βλέφαρο | τα | βλέφαρα |
| κλητική | βλέφαρο | βλέφαρα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλέφαρο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βλέφαρον,[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvle.fa.ɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βλέ‐φα‐ρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλέφαρο ουδέτερο
- (ανθρώπινο σώμα) λεπτή μεμβράνη δέρματος που καθώς κινείται καλύπτει το μάτι
τα βλέφαρά της ήταν πρησμένα απ' το πολύ κλάμα- ※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Γυρισμός, 1907
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ρίχνω ένα βλέφαρο: ρίχνω μια ματιά, κοιτάζω για λίγο.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βλέφαρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)