βλέφαρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλέφαρο βλέφαρα
γενική βλεφάρου βλεφάρων
αιτιατική βλέφαρο βλέφαρα
κλητική βλέφαρο βλέφαρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλέφαρο < αρχαία ελληνική βλέφαρον < βλέπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλέφαρο ουδέτερο

  • λεπτή μεμβράνη δέρματος που καθώς κινείται καλύπτει το μάτι
    ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της με απίστευτη ταχύτητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ρίχνω ένα βλέφαρο: ρίχνω μια ματιά, κοιτάζω για λίγο.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]