βλέψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλέψη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλέψη θηλυκό

  1. σκοπός στον οποίο αποβλέπει κανείς


Μεταφράσεις[επεξεργασία]