Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλαβοληψία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βλαβοληψία οι βλαβοληψίες
      γενική της βλαβοληψίας των βλαβοληψιών
    αιτιατική τη βλαβοληψία τις βλαβοληψίες
     κλητική βλαβοληψία βλαβοληψίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλαβοληψία < βλάβη + -ο- + -ληψία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βλαβοληψία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]