βλαβοληψία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλαβοληψία θηλυκό
- (λόγιο) η καταγραφή και παραλαβή αναγγελίας για την ύπαρξη τεχνικής ή λειτουργικής βλάβης, ιδίως σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βλαβοληψία
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- βλαβοληψία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)