βλακώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βλακώδης βλακώδης βλακώδες
γενική βλακώδους βλακώδους βλακώδους
αιτιατική βλακώδη βλακώδη βλακώδες
κλητική βλακώδη(ς) βλακώδης βλακώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βλακώδεις βλακώδεις βλακώδη
γενική βλακωδών βλακωδών βλακωδών
αιτιατική βλακώδεις βλακώδεις βλακώδη
κλητική βλακώδεις βλακώδεις βλακώδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλακώδης < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

βλακώδης, -ης, -ες

  • (για ενέργεια, σκέψη κλπ) που χαρακτηρίζεται από βλακεία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]