βλαστάρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βλαστάρι | τα | βλαστάρια |
| γενική | του | βλασταριού | των | βλασταριών |
| αιτιατική | το | βλαστάρι | τα | βλαστάρια |
| κλητική | βλαστάρι | βλαστάρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλαστάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βλαστάριον.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε βλαστ(ός) + -άρι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλαστάρι ουδέτερο
- ο νέος βλαστός
- ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- (μεταφορικά) (στοργικά): το παιδί
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη βλαστός
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βλαστάρι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βλαστάρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άρι (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)