βλαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Stem.agr.jpg
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλαστός βλαστοί
γενική βλαστού βλαστών
αιτιατική βλαστό βλαστούς
κλητική βλαστέ βλαστοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλαστός < αρχαία ελληνική βλαστός < βλαστάνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλαστός αρσενικό

  1. μέρος φυτού που στηρίζει τα φύλλα και τα άνθη και μεταφέρει νερό από τις ρίζες στα φύλλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]