βλαχαδερό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλαχαδερό βλαχαδερά
γενική βλαχαδερού βλαχαδερών
αιτιατική βλαχαδερό βλαχαδερά
κλητική βλαχαδερό βλαχαδερά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλαχαδερό < βλάχος + -αδερό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλαχαδερό ουδέτερο

  1. (μειωτικά) άτομο που προέρχεται από χωριό και δεν μπορεί ακόμα να εγκλιματιστεί στη ζωή της πόλης
  2. (μειωτικά) άτομο χωρίς εκλεπτυσμένο γούστο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]