βλεννογόνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλεννογόνος < βλέννα + -γόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βλεννογόνος, -ος, -ο

  1. αυτός που εκκρίνει βλέννα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. (ανατομία): ο υμένας που καλύπτει - επενδύει την εσωτερική επιφάνεια όλων των κοίλων οργάνων του σώματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]