βλογημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βλογημένος βλογημένη βλογημένο
γενική βλογημένου βλογημένης βλογημένου
αιτιατική βλογημένο βλογημένη βλογημένο
κλητική βλογημένε βλογημένη βλογημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βλογημένοι βλογημένες βλογημένα
γενική βλογημένων βλογημένων βλογημένων
αιτιατική βλογημένους βλογημένες βλογημένα
κλητική βλογημένοι βλογημένες βλογημένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βλογημένος




32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]