βλογιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βλογιά | οι | βλογιές |
| γενική | της | βλογιάς | των | βλογιών |
| αιτιατική | τη | βλογιά | τις | βλογιές |
| κλητική | βλογιά | βλογιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βλογιά < ευλογιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βλογιά θηλυκό
- η ασθένεια ευλογιά