βλογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλογώ < μεσαιωνική ελληνική βλογώ < ελληνιστική κοινή εὐλογῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

βλογώ (λαϊκότροπο) και βλογάω (παθητική φωνή: βλογιέμαι)

  1. ευλογώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]