βλόψ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλόψ < (ηχομιμητική λέξη)

Επιφώνημα[επεξεργασία]

βλόψ

  1. (αττικός τύπος ) ο ήχος της (δικαστικής) ψήφου, όταν πέφτει στην κάλπη
    κόγξ· ὁμοίως πάξ. ἐπιφώνημα τετελεσμένοις. καὶ τῆς δικαστικῆς ψήφου ἦχος, ὡς ὁ τῆς κλεψύδρας παρὰ [δὲ] Ἀττικοῖς βλόψ (Ησύχιος, Γλώσσαι, Κ)
  2. (αττικός τύπος ) (κατ' επέκταση) όλα αποφασίστηκαν, όλα τελείωσαν, φτάνει, αρκετά