Μετάβαση στο περιεχόμενο

βλῆμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : βλήμα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ βλῆμᾰ τὰ βλήμᾰτᾰ
      γενική τοῦ βλήμᾰτος τῶν βλημᾰ́των
      δοτική τῷ βλήμᾰτῐ τοῖς βλήμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ βλῆμᾰ τὰ βλήμᾰτᾰ
     κλητική ὦ! βλῆμᾰ βλήμᾰτᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βλήμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  βλημᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βλῆμα < βάλλω θέμα βλή- + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βλῆμα, -ατος ουδέτερο

  1. κουβέρτα
  2. ζεστός, θρυμμένος άρτος
    ※  2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, 3, 81 , 114d, @scaife.perseus, @el.wikisource
    βλῆμα δέ φησι καλεῖσθαι τὸν ἐντεθρυμμένον ἄρτον καὶ θερμὸν Σέλευκος.
  3. οτιδήποτε εκτοξεύεται εναντίον στόχου με το χέρι, τόξο, όπλο ή οποιοδήποτε μηχάνημα
  1. η ριξιά των κύβων
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἱκέτιδες, 330
    Κάδμου θʼ ὁρῶσα λαὸν εὖ πεπραγότα, // ἔτʼ αὐτὸν ἄλλα βλήματʼ ἐν κύβοις βαλεῖν // πέποιθʼ·
  2. η βολή, τραύμα
    ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 35
    ταῦτα δὲ εἰπόντα καὶ διατείναντα τὸ τόξον βαλεῖν τὸν παῖδα, πεσόντος δὲ τοῦ παιδὸς ἀνασχίζειν αὐτὸν κελεύειν καὶ σκέψασθαι τὸ βλῆμα·

Παράγωγα

[επεξεργασία]