βοήθημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοήθημα βοηθήματα
γενική βοηθήματος βοηθημάτων
αιτιατική βοήθημα βοηθήματα
κλητική βοήθημα βοηθήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοήθημα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοήθημα ουδέτερο

  1. χρηματικό ποσό που δίνεται σε κάποιον για να καλύψει ένα μέρος των αναγκών του
  2. βιβλίο που βοηθάει τους μαθητές στη μελέτη τους


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]