Μετάβαση στο περιεχόμενο

βοδάλαφο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βοδάλαφο τα βοδάλαφα
      γενική του βοδάλαφου των βοδάλαφων
    αιτιατική το βοδάλαφο τα βοδάλαφα
     κλητική βοδάλαφο βοδάλαφα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βοδάλαφο < βόδ(ι) + αλάφ(ι) + -ο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /voˈða.la.fo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βοδάλαφο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βοδάλαφο ουδέτερο

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Επιστολή Ν. Καζαντζάκη, 12-10-1956 στο Αλληλογραφία, Επιστολές λογίων του εικοστού αιώνα, Εμμανουήλ Κριαράς, εκδόσεις: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη, 1η έκδοση 2007.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]