Μετάβαση στο περιεχόμενο

βολή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βολή οι βολές
      γενική της βολής των βολών
    αιτιατική τη βολή τις βολές
     κλητική βολή βολές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βολή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βολή[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή θηλυκό (από την έννοια της τυχερής ζαριάς, της τυχερής βολής των ζαριών)

  1. η άνεση, η βόλεψη
  2. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
βολᾱ-
ονομαστική ἡ βολή αἱ βολαί
      γενική τῆς βολῆς τῶν βολῶν
      δοτική τῇ βολῇ ταῖς βολαῖς
    αιτιατική τὴν βολήν τὰς βολᾱ́ς
     κλητική ὦ! βολή βολαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βολᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βολαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βολή < βάλλω, θέμα βολ- + -ή

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή, -ῆς θηλυκό

  1. εκσφενδόνιση, εκτόξευση, ρίξιμο
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 17 (ρ. Τηλεμάχου καὶ Ὀδυσσέως ἐπάνοδος εἰς Ἰθάκην.), στίχ. 283
    οὐ γάρ τι πληγέων ἀδαήμων οὐδὲ βολάων·
  2. το ρίξιμο των κύβων, η ζαριά

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]