Μετάβαση στο περιεχόμενο

βολή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βολή οι βολές
      γενική της βολής των βολών
    αιτιατική τη βολή τις βολές
     κλητική βολή βολές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βολή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βολή[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή θηλυκό (από την έννοια της τυχερής ζαριάς, της τυχερής βολής των ζαριών)

  1. η άνεση, η βόλεψη
  2. οι συνθήκες που επικρατούν και κάνουν εύκολη τη ζωή σε ένα μέρος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βολή αἱ βολαί
      γενική τῆς βολῆς τῶν βολῶν
      δοτική τῇ βολ ταῖς βολαῖς
    αιτιατική τὴν βολήν τὰς βολᾱ́ς
     κλητική ! βολή βολαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βολᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βολαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βολή < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βολή, -ῆς θηλυκό