βολβός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βολβός βολβοί
γενική βολβού βολβών
αιτιατική βολβό βολβούς
κλητική βολβέ βολβοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολβός < αρχαία ελληνική βολβός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vɔl.ˈvɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βολβός αρσενικό

  1. ο υπόγειος βλαστός μερικών φυτών που εκτελεί αποταμιευτική λειτουργία, καλύπτεται από χιτώνες σε πολλές στρώσεις ή φολίδες, έχει σφαιρικό σχήμα και καταλήγει σε μια οξεία προεξοχή (οφθαλμό), από την οποία αναπτύσσεται ο υπέργειος βλαστός
  2. (κατ’ επέκταση) το φυτό που έχει τέτοιο υπόγειο βλαστό
  3. (ανατομία) σφαιρικό όργανο του σώματος
    ο βολβός του ματιού

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βολβός βολβώ βολβοί
Γενική βολβοῦ βολβοῖν βολβῶν
Δοτική βολβ βολβοῖν βολβοῖς
Αιτιατική βολβόν βολβώ βολβούς
Κλητική βολβέ βολβώ βολβοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολβός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βολβός