βολβώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βολβώδης βολβώδης βολβώδες
γενική βολβώδους βολβώδους βολβώδους
αιτιατική βολβώδη βολβώδη βολβώδες
κλητική βολβώδη(ς) βολβώδης βολβώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βολβώδεις βολβώδεις βολβώδη
γενική βολβωδών βολβωδών βολβωδών
αιτιατική βολβώδεις βολβώδεις βολβώδη
κλητική βολβώδεις βολβώδεις βολβώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολβώδης < βολβός + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βολβώδης, -ης, -ες

  • αυτός που φέρει βολβό
  • αυτός που έχει σχήμα βολβού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]