βολεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολεύομαι < βολεύω < βολή (από την τυχερή βολή ζαριών)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βολεύομαι

  1. φροντίζω να έχω τα απαραίτητα ή την άνεσή μου, σωματικά ή ψυχικά ή οικονομικά, τακτοποιούμαι, εξασφαλίζομαι, δεν ανησυχώ, κατασταλάζω, ηρεμώ
    "Κάνε λίγο πιο πέρα γιατί δεν βολεύομαι" (δεν χωράω καλά, δεν έχω τη στοιχειώδη άνεση)
    "Βρήκε μια καλή δουλειά επιτέλους και βολεύτηκε το παιδί, γιατί είχα την έγνοια του δυο χρόνια τώρα που ήταν άνεργο" (θα έχει πια τα απαραίτητα)
    "Είναι "αραχτός" γιατί βολεύτηκε στο δημόσιο" (αρνητική χροιά, τώρα τεμπελιάζει)
    "Παντρεύτηκε μια πολύ καλή γυναίκα και βολεύτηκε" (καταστάλαξε και αισθάνεται άνετα και όμορφα μαζί της)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]