βολιδοσκοπημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βολιδοσκοπημένος βολιδοσκοπημένη βολιδοσκοπημένο
γενική βολιδοσκοπημένου βολιδοσκοπημένης βολιδοσκοπημένου
αιτιατική βολιδοσκοπημένο βολιδοσκοπημένη βολιδοσκοπημένο
κλητική βολιδοσκοπημένε βολιδοσκοπημένη βολιδοσκοπημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βολιδοσκοπημένοι βολιδοσκοπημένες βολιδοσκοπημένα
γενική βολιδοσκοπημένων βολιδοσκοπημένων βολιδοσκοπημένων
αιτιατική βολιδοσκοπημένους βολιδοσκοπημένες βολιδοσκοπημένα
κλητική βολιδοσκοπημένοι βολιδοσκοπημένες βολιδοσκοπημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βολιδοσκοπημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βολιδοσκοπώ

Μετοχή[επεξεργασία]

βολιδοσκοπημένος, -η, -ο

  1. που έχει βολιδοσκοπηθεί


Μεταφράσεις[επεξεργασία]