Μετάβαση στο περιεχόμενο

βολταϊκός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βολταϊκός η βολταϊκή το βολταϊκό
      γενική του βολταϊκού της βολταϊκής του βολταϊκού
    αιτιατική τον βολταϊκό τη βολταϊκή το βολταϊκό
     κλητική βολταϊκέ βολταϊκή βολταϊκό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βολταϊκοί οι βολταϊκές τα βολταϊκά
      γενική των βολταϊκών των βολταϊκών των βολταϊκών
    αιτιατική τους βολταϊκούς τις βολταϊκές τα βολταϊκά
     κλητική βολταϊκοί βολταϊκές βολταϊκά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βολταϊκός < (λόγιο δάνειο) γαλλική voltaïque < ιταλική Alessandro Volta) + -ique (-ικός)

Επίθετο

[επεξεργασία]

βολταϊκός, -ή, -ό (χωρίς παραθετικά)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη βολτ

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • βολταϊκός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)