βομβάρδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βομβάρδα οι βομβάρδες
      γενική της βομβάρδας των βομβαρδών
    αιτιατική τη βομβάρδα τις βομβάρδες
     κλητική βομβάρδα βομβάρδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βομβάρδα < μεσαιωνική ελληνική βομβάρδα ή μπομπάρδα< ιταλική bombarda

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βομβάρδα θηλυκό

  1. κανόνι της μεσαιωνικής εποχής που πετούσε βλήματα στα τείχη πολιουρκούμενης πόλης με σκοπό να προκαλέσει ρήγματα
  2. τύπος ιστιοφόρου πλοίου
    κι οι βοριάδες εθύμωσαν, και δεν μπορούσε η βομβάρδα να αρμενίση καταπάν' τον αέρα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]