βομβητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βομβητής οι βομβητές
      γενική του βομβητή των βομβητών
    αιτιατική τον βομβητή τους βομβητές
     κλητική βομβητή βομβητές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βομβητής < ελληνιστική κοινή βομβητής ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική buzzer)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βομβητής αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]