βομβιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βομβιστής βομβιστές
γενική βομβιστή βομβιστών
αιτιατική βομβιστή βομβιστές
κλητική βομβιστή βομβιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βομβιστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βομβιστής αρσενικό

  1. αυτός που προκαλεί ή αποπειράται να προκαλέσει έκρηξη βόμβας
  2. βομβιστής αυτοκτονίας: αυτός που ζώνεται με εκρηκτικά και τα πυροδοτεί προκαλώντας έτσι εκτός από τον δικό του θάνατο και το θάνατο άλλων ανθρώπων


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]