βομβιστής αυτοκτονίας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

βομβιστής αυτοκτονίας αρσενικό (θηλυκό βομβίστρια αυτοκτονίας)

  • αυτός που ζώνεται με εκρηκτικά και τα πυροδοτεί προκαλώντας έτσι εκτός από τον δικό του θάνατο και το θάνατο άλλων ανθρώπων


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]