βορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βορρά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βορά οι βορές
      γενική της βοράς των βορών
    αιτιατική τη βορά τις βορές
     κλητική βορά βορές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βορά < αρχαία ελληνική βορά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βορά θηλυκό

  1. τροφή σαρκοφάγων ζώων
     συνώνυμα: θήραμα, θύμα, λεία
  2. (μεταφορικά) αντικείμενο εκμετάλλευσης
     συνώνυμα: άθυρμα, έρμαιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βορᾱ́ αἱ βοραί
      γενική τῆς βορᾶς τῶν βορῶν
      δοτική τῇ βορ ταῖς βοραῖς
    αιτιατική τὴν βορᾱ́ν τὰς βορᾱ́ς
     κλητική ! βορᾱ́ βοραί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βορᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βοραῖν
1η κλίση, Κατηγορία όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βορά < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *gʷer- (=καταβροχθίζω, καταπίνω)· συγγενές με το βιβρώσκω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βορά θηλυκό

  1. τροφή, κρέας