βορβοροφάγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βορβοροφάγος βορβοροφάγα βορβοροφάγο
γενική βορβοροφάγου βορβοροφάγας βορβοροφάγου
αιτιατική βορβοροφάγο βορβοροφάγα βορβοροφάγο
κλητική βορβοροφάγε βορβοροφάγα βορβοροφάγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βορβοροφάγοι βορβοροφάγες βορβοροφάγα
γενική βορβοροφάγων βορβοροφάγων βορβοροφάγων
αιτιατική βορβοροφάγους βορβοροφάγες βορβοροφάγα
κλητική βορβοροφάγοι βορβοροφάγες βορβοροφάγα
Το θηλυκό σχηματίζει και λόγιους τύπους όμοιους με το αρσενικό.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βορβοροφάγος< μεσαιωνική ελληνική βορβοροφάγος < αρχαία ελληνική βόρβορος + -φάγος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βορβοροφάγος - α - ο

  1. (σπάνιο) που τρέφεται με βόρβορο, λάσπη, βούρκο
    βορβοροφάγος χοίρος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) βορβοροφάγος (θηλυκό): (σπάνιο) η βυθοκόρος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]