βορειοηπειρωτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βορειοηπειρωτικός βορειοηπειρωτική βορειοηπειρωτικό
γενική βορειοηπειρωτικού βορειοηπειρωτικής βορειοηπειρωτικού
αιτιατική βορειοηπειρωτικό βορειοηπειρωτική βορειοηπειρωτικό
κλητική βορειοηπειρωτικέ βορειοηπειρωτική βορειοηπειρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βορειοηπειρωτικοί βορειοηπειρωτικές βορειοηπειρωτικά
γενική βορειοηπειρωτικών βορειοηπειρωτικών βορειοηπειρωτικών
αιτιατική βορειοηπειρωτικούς βορειοηπειρωτικές βορειοηπειρωτικά
κλητική βορειοηπειρωτικοί βορειοηπειρωτικές βορειοηπειρωτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βορειοηπειρωτικός < βόρειος + ηπειρωτικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βορειοηπειρωτικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με τη Βόρειο Ήπειρο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]