βορικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βορικός βορική βορικό
γενική βορικού βορικής βορικού
αιτιατική βορικό βορική βορικό
κλητική βορικέ βορική βορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βορικοί βορικές βορικά
γενική βορικών βορικών βορικών
αιτιατική βορικούς βορικές βορικά
κλητική βορικοί βορικές βορικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βορικός < γαλλική borique < bore (βόριο) + -ique

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βορικός

  1. (χημεία) που έχει σχέση με το βόριο, αναφέρεται σ’ αυτό ή περιέχει βόριο
  2. (χημεία) (ουσιαστικοποιημένο) το βορικό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]