βοσκοί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]Ομώνυμα / Ομόηχα
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]βοσκοί αρσενικό
- ονομαστική και κλητική πληθυντικού του βοσκός
βοσκοί αρσενικό