βοτανικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βοτανικός βοτανική βοτανικό
γενική βοτανικού βοτανικής βοτανικού
αιτιατική βοτανικό βοτανική βοτανικό
κλητική βοτανικέ βοτανική βοτανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βοτανικοί βοτανικές βοτανικά
γενική βοτανικών βοτανικών βοτανικών
αιτιατική βοτανικούς βοτανικές βοτανικά
κλητική βοτανικοί βοτανικές βοτανικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοτανικός < ελληνιστική κοινή βοτανικός < βοτάνη < βόσκω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βοτανικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με τη βοτανική, τα βότανα ή τα φυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. που αποτελείται από βότανα ή φυτά

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • βοτανικός κήπος: αγρός όπου καλλιεργούνται υποδειγματικά διάφορα φυτά για διδακτικούς και γενικότερους επιστημονικούς λόγους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]