βοτσαλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βοτσαλάκι βοτσαλάκια
γενική
αιτιατική βοτσαλάκι βοτσαλάκια
κλητική βοτσαλάκι βοτσαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βοτσαλάκι < βότσαλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βοτσαλάκι ουδέτερο

  1. μικρό βότσαλο (συνηθέστερα παραλίας)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]