βουβουζέλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βουβουζέλα θηλυκό
- (αθλητισμός) πλαστική καραμούζα σε σχήμα τρομπέτας που τη φυσούν οι οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων στη Ν. Αφρική