βουκέντρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βουκέντρα βουκέντρες
γενική βουκέντρας βουκεντρών
αιτιατική βουκέντρα βουκέντρες
κλητική βουκέντρα βουκέντρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουκέντρα < βουκέντρι + < μεσαιωνική ελληνική βουκέντρι(ν) < ελληνιστική κοινή βουκέντριον < αρχαία ελληνική βοῦς + κέντρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουκέντρα θηλυκό

  • ξύλινη βέργα η οποία χρησιμοποιείτο από τους αγρότες κατά τη διάρκεια οργώματος με βόδια, η οποία στη μία άκρη είχε μεταλλική βάση για να καθαρίζουν το αλέτρι και στην άλλη της άκρη ήταν αιχμηρή, ούτως ώστε να κεντρίζει τα βόδια

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]