Μετάβαση στο περιεχόμενο

βουκόλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Βουκόλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βουκόλος οι βουκόλοι
      γενική του βουκόλου των βουκόλων
    αιτιατική τον βουκόλο τους βουκόλους
     κλητική βουκόλε βουκόλοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βουκόλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βουκόλος. Συγκρίνετε με το τσακώνικό βουκόλε και άλλα #βλ.διαλεκτικά.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vuˈko.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βουκόλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βουκόλος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

διαλεκτικά: [1][2]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βουκόλος (με σχόλιο για διαλεκτικά) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. βουκόλος@TLG -  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (19332022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βουκόλος οἱ βουκόλοι
      γενική τοῦ βουκόλου τῶν βουκόλων
      δοτική τῷ βουκόλ τοῖς βουκόλοις
    αιτιατική τὸν βουκόλον τοὺς βουκόλους
     κλητική ! βουκόλε βουκόλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βουκόλω
γεν-δοτ τοῖν  βουκόλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βουκόλος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *gʷoukólos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷow-kólos < *gʷṓws (βους) + *kʷól-os (βοσκός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-[1]
Ήδη μυκηναϊκή 𐀦𐀄𐀒𐀫 (qo-u-ko-ro /⁠gʷowkolos⁠/).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βουκόλος, -ου αρσενικό

  • (επάγγελμα) βουκόλος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 164.1
    Ἔστι δὲ Αἰγυπτίων ἑπτὰ γένεα, καὶ τούτων οἱ μὲν ἱρέες, οἱ δὲ μάχιμοι κεκλέαται, οἱ δὲ βουκόλοι, οἱ δὲ συβῶται, οἱ δὲ κάπηλοι, οἱ δὲ ἑρμηνέες, οἱ δὲ κυβερνῆται.
    Στους Αιγυπτίους υπάρχουν επτά τάξεις, οι οποίες ονομάζονται: ιερείς, στρατιωτικοί, βουκόλοι, χοιροβοσκοί, έμποροι, διερμηνείς, πηδαλιούχοι.
    Μετάφραση (1992), Λ. Ζενάκος: @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βουκόλος#Ancient_Greek στο αγγλικό Βικιλεξικό